επίτονος

επίτονος
ο мор. ванта

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "επίτονος" в других словарях:

  • ἐπίτονος — on the stretch masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίτονος — η, ο (Α ἐπίτονος, ον) [επιτείνω] 1. το αρσ. ως ουσ. ο επίτονος α) το σχοινί τής αντένας πλοίου β) καθένα από τα ισχυρά σχοινιά με τα οποία αγκυρώνονται οι στήλες και τα επιστήλια τών ιστών πάνω στα πλευρά και στην πρύμνη τού πλοίου, τα ξάρτια αρχ …   Dictionary of Greek

  • ἐπιτονώτερον — ἐπίτονος on the stretch masc acc comp sg ἐπίτονος on the stretch neut nom/voc/acc comp sg ἐπίτονος on the stretch adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτόνως — ἐπίτονος on the stretch adverbial ἐπίτονος on the stretch masc/fem acc pl (doric) ἐπιτονόω brace imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίτονον — ἐπίτονος on the stretch masc/fem acc sg ἐπίτονος on the stretch neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτονωτάτην — ἐπίτονος on the stretch fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτόνου — ἐπίτονος on the stretch masc/fem/neut gen sg ἐπιτονόω brace pres imperat act 2nd sg ἐπιτονόω brace imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτόνους — ἐπίτονος on the stretch masc/fem acc pl ἐπιτονόω brace imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτόνῳ — ἐπίτονος on the stretch masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιτόνιο — το (Α ἐπιτόνιο) [επίτονος] όργανο με το οποίο τεντώνουν τις χορδές μουσικού οργάνου, το κλειδί αρχ. 1. μικρός αυλός σύμφωνα με τον τόνο τού οποίου κουρδίζονται τα όργανα 2. πάσσαλος σε σχήμα επιτονίου 3. χερούλι στρόφιγγας ή σύριγγας 4. επιστόμιο …   Dictionary of Greek

  • ՄԱԿԱՏԱՐԱԾ — ( ) NBH 2 0193 Chronological Sequence: Unknown date ա.գ. ἑπίτονος . Ձկտեալ. եւ Չուան պրկեալ. որ ինչ կարկամ պրկի տարածեալ. Տե՛ս եւ ՄԱԿՏԱՐԱԾ. *Ջիլք մակատարածք. Պղատ. օրին. ՟Ժ՟Բ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»